κύαμος

κύαμος
ο бобовое растение; боб

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "κύαμος" в других словарях:

  • κύαμος — bean masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύαμος — (Cyamus). Γένος αμφίποδων καρκινοειδών, τα οποία αποτελούν εξωπαράσιτα πολλών κητωδών. Είναι γνωστά και ως ψείρες των φαλαινών. * * * ο (AM κύαμος) 1. το φυτό κουκιά 2. ο καρπός τού φυτού κουκιά, το κουκί μσν. αρχ. συν. στον πληθ. οι κύαμοι είδος …   Dictionary of Greek

  • κυάμω — κύαμος bean masc nom/voc/acc dual κύαμος bean masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμοιο — κύαμος bean masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμοις — κύαμος bean masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμοισι — κύαμος bean masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμου — κύαμος bean masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμους — κύαμος bean masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμων — κύαμος bean masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυάμῳ — κύαμος bean masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύαμοι — κύαμος bean masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»